ΠΟΛΙΤΗς

......... μέρες και νύχτες καλοκαιριού.......................Ιστοσελίδα για κοινωνικό-πολιτικά ζητήματα......... .......................Ιούλης 2017...

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

πολίτης //ουσιαστικό // κάτοικος πόλης που έχει πολιτικά δικαιώματα, ελεύθερος πολίτης |με γεν. |αντ. του ἰδιώτης |αντ. του ξένος 2. συμπολίτης |φρ. ἀγαθός πολίτης, χρηστὸς πολίτης, αντ. κακὸς πολίτης, πονηρὸς πολίτης |φρ. φύσει, γένει πολίτης=από τη γέννησή του ελεύθερος πολίτης |φρ.ποιῶ ή ποιοῦμαι τινά πολίτην=πολιτογραφώ, δίνω σε κπ. τα δικαιώματα ελεύθερου πολίτη Β. |το ουσ. ως επίθ. αυτός που ανήκει στην πόλη //Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μετάφραση [Translate]

Ροή ειδήσεων

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Μια εργάσιμη Κυριακή ή μια συνεχόμενη μάχη, του Οδυσσέα Αϊβαλή

Αναδημοσιεύσεις 03 Ιούλ 2016
Κλείνει το ξυπνητήρι και πάει να φτιάξει καφέ. Ντύνεται γρήγορα, φοράει τα ακουστικά και βγαίνει στο δρόμο για το μετρό. Αυτή η Κυριακή μοιάζει με Δευτέρα. Κυριακή σήμαινε μέχρι τώρα για κείνη να ξυπνά χωρίς ξυπνητήρι, να χαζεύει τον κόσμο από το μπαλκόνι. Βόλτες, φίλοι, μυρωδιές φαγητού στο φούρνο.
Σήμερα όμως σημαίνει άλλες οχτώ ώρες όρθια στο μαγαζί να πουλάει ρούχα, χωρίς έξτρα ρεπό, χωρίς να μπορεί να το αρνηθεί, για μια δουλειά που δε της αρέσει, προσωρινή, για να βγαίνουν τα βασικά. Άλλωστε έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό στη Ψυχολογία, οπότε κάτι θα γίνει και θα βρει κάτι, μια δουλειά κανονική, που δε θα χρειάζεται να δουλεύει Κυριακές οχτάωρο. Θα μπορεί να παίρνει το αυτοκίνητο –που θα μπορεί τότε να αγοράσει- να πάει μια βόλτα στην Ελευσίνα και να κάθεται στην ταβέρνα χαζεύοντας τη θάλασσα.
Βγαίνει στο δρόμο, παππούδες κάθονται στα καφενεία και γιαγιάδες γυρίζουν από την εκκλησία. Στα ακουστικά ακούγονται τα Προάστια: «έλα να φύγουμε γιατί είναι Κυριακή πρωί». Φοράει τα γυαλιά του ηλίου της, ανάβει τσιγάρο και κοιτάζει τον ήλιο, τουλάχιστον να έβρεχε σκέφτεται, με τέτοια λιακάδα μέσα στον χειμώνα θέλεις να πας μέχρι τη θάλασσα, να πιεις έναν καφέ στον πεζόδρομο -κάτι άλλο πάντως από το να πουλάς ρούχα οχτώ ώρες σε μικροαστούς που θυμήθηκαν να ψωνίσουν την Κυριακή -πετάει το τσιγάρο και μπαίνει στο μετρό.
Όση ώρα διπλώνει ρούχα ένα πράγμα σκέφτεται. Το καλοκαίρι που πέρασε, όταν ξεκίνησε αυτή η ιστορία με τις ανοιχτές Κυριακές. Θυμάται την πρώτη ανοιχτή Κυριακή, δούλευε μόνο καθημερινές τότε, είχε συγκέντρωση στην Ερμού ενάντια στη δουλειά την Κυριακή. Η παρέα είχε κανονίσει όμως για μπάνιο, την είχαν ταράξει στα τηλέφωνα, ζύγισε τα πράγματα στα γρήγορα, από τη μία παραλία και από την άλλη πορεία στην Ερμού. Πήγε τελικά για μπάνιο. Από τότε κάθε Κυριακή που δουλεύει σκέφτεται πόσοι έχουν προτιμήσει να πάνε βόλτα από το να κατέβουν στην Ερμού για τη διαμαρτυρία. Αν δεν είχε πάει τουλάχιστον δε θα χε αυτό το πράγμα να γυρίζει συνέχεια στο κεφάλι της. Οι ενοχές ήταν ό,τι χειρότερο, δεν ήταν ότι δεν την αφορούσε, ήταν ότι τότε είχε μια Κυριακή να κάνει ότι θέλει και προτίμησε να το κάνει.
Κυριακή απόγευμα, τέλειωσε η δουλειά. Τρώει κάτι στα γρήγορα και χαζεύει τους περαστικούς. Κοιτάζει το φυλλάδιο στο παγκάκι που γράφει ποτέ την Κυριακή. Αυτό σημαίνει η Κυριακή πλέον. Ένα ανοιχτό πεδίο, το αν θα γίνει μια μέρα σαν τις άλλες -δουλειά, σπίτι ή αν θα μείνει αυτό που θυμάται από παιδί, βόλτες, λιακάδα και μελαγχολικά βράδια για τη βδομάδα που ξεκινά (αλλά που χωρίς αυτή τη σκοτεινιά τα χρόνια μένουν άδεια…). Όταν ήταν στη σχολή είχε διαβάσει μια πολύ όμορφη, φράση του Αλτουσέρ ότι στον κομμουνισμό κάθε μέρα θα είναι σαν Κυριακή. Πώς θα ήταν άραγε αν ήταν η κάθε μέρα Κυριακή, προσπαθούσε να το φανταστεί, θα έτρωγε συνέχεια κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο, θα έπινε καφέδες με την παρέα της και το βράδυ θα έκανε ατέλειωτες βόλτες με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν, ώσπου να μπει σ’ένα σινεμά. Κάπως έτσι άρχισε να αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνίστρια.
Γυρίζοντας, πέφτει πάνω στη Νίκη, συμμαθήτριά της στο σχολείο. Κρατάει τσάντες από μαγαζιά. Μετά τα τυπικά, καρφώνεται το βλέμμα της στις τσάντες. –Καλά, πήγες για ψώνια Κυριακή; Η Νίκη προσπαθεί να δικαιολογηθεί, -είχαν προσφορές σήμερα, άλλωστε αυτό το μαγαζί είναι έτσι κι αλλιώς ανοιχτό τις Κυριακές. Γεμίζει με μίσος και απέχθεια, για τη Νίκη, όλους εκείνους που πάνε να ψωνίσουν την Κυριακή, λες και δεν προλαβαίνουν το Σάββατο, ή μια άλλη μέρα, λες και δε τους νοιάζει για εκείνους που χάνουν μια μέρα ξεκούρασης, σαν το μόνο που τους νοιάζει είναι να ψωνίσουν. Η ανάγκη να καταναλώσουν υπερβαίνει την έγνοια για τους άλλους. Μίσος και απέχθεια κοιτάζοντας τις τσάντες με τα ψώνια, για όλους όσους προσπαθούν να επιχειρηματολογήσουν υπέρ του ανοίγματος των καταστημάτων τις Κυριακές. Λένε ότι θα τονωθεί η αγορά, λες και αυτό που λείπει ήταν ο χρόνος. Παράλληλοι κόσμοι ανάμεσα στα μάτια και στις τσάντες.
Βάζει τα χέρια στο μπουφάν και περπατάει στα στενά. Κάνει την αυτοκριτική της, σκέφτεται ότι πριν λίγο πήρε καφέ από μαγαζί που σίγουρα η κοπέλα ήταν εργαζόμενη. Ποιος ορίζει ποιος θα δουλεύει Κυριακή και ποιος θα ξεκουράζεται; Ένιωσε τύψεις γιατί κατάλαβε ότι είχε κανονικοποιηθεί μέσα της η ιδέα ότι έτσι κι αλλιώς κάποιοι δουλεύουν Κυριακή. Αν δεν είχε βρει τη δουλειά στο μαγαζί με τα ρούχα και δούλευε σε καφετέρια τότε θα ήταν αυτονόητο ότι θα δούλευε Κυριακές. Γιατί δεν την ένοιαζαν εκείνοι οι εργαζόμενοι; Όπως έγινε κανονικό αυτό έτσι σε λίγα χρόνια σκέφτηκε ότι θα μοιάζει φυσιολογικό να δουλεύεις Κυριακή σε ένα κατάστημα ρούχων, σε ένα γραφείο ή δε ξέρω γώ που αλλού.
_________________
http://rednotebook.gr/2016/07/mia-ergasimi-kiriaki-mia-sinechomeni-machi-tou-odissea-aivali/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου